«Εκπαιδευτικά» στον αγριόχοιρο ,



Οι χώροι εκπαίδευσης νεαρών ιχνηλατών κρίνονται ως κατάλληλοι για τον αγριόχοιρο, ανάλογα με τη μορφολογία του εδάφους και τα είδη της βλάστησης. Είναι περιφραγμένοι με χοντρό πλέγμα, καλά στερεωμένο στο έδαφος και με ελάχιστο ύψος 1,20 μέτρα.

 

Πριν οδηγήσουμε τα σκυλιά μας σε έναν τέτοιο χώρο, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τον αριθμό και το μέγεθος των ζώων που είναι πιθανό να συναντήσουν εκεί. Θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο να αφήσουμε ένα κουτάβι, που είναι ακόμη άπειρο και δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή του, να πλησιάσει μεγάλα αρσενικά αγριογούρουνα, που είναι πολύ δυνατά και σίγουρα δεν φημίζονται για την ηρεμία τους?

Kυνηγετική διαδικασία
Στις πρώτες εξόδους οδηγούμε τα κουτάβια σε μικρούς περιφραγμένους χώρους, στους οποίους υπάρχουν ένα ή δύο θηράματα μικρού μεγέθους, 25-30 κιλών περίπου. Ετσι θα βρίσκονται πάντα υπό την επίβλέψή μας, ενώ δεν θα κινδυνέψουν από τα θηράματα, αφού αυτά θα είναι σχετικά αδύναμα και ήρεμα.

Στις πρώτες 5-6 εξόδους των νεαρών ιχνηλατών είναι καλό να χρησιμοποιήσουμε κάποιο ενήλικο και έμπειρο σκύλο, συνήθως κάποιον αρχηγό αγέλης γουρουνόσκυλων. Το ιδανικό, μάλιστα, θα ήταν να έχουμε σε ρόλο «δασκάλου» τη μητέρα των κουταβιών.

Ο λόγος για την παρουσία ενός έμπειρου ιχνηλάτη δίπλα στα κουτάβια είναι απλός: η επιθυμία τους να τον μιμηθούν θα τα ωθήσει πρώτον να απομακρυνθούν από το αφεντικό τους και δεύτερον να ακολουθήσουν όλες τις φάσεις της ιχνηλασίας. Ετσι, χωρίς αρχικά να το συνειδητοποιούν, τα κουτάβια θα συμμετάσχουν σε μια «κανονική» κυνηγετική διαδικασία.

«Εκπαιδευτικά» στον αγριόχοιρο

Φυσικά η παρουσία του έμπειρου ιχνηλάτη δεν ακυρώνει την παρουσία ενός έμπειρου κυναγωγού-εκπαιδευτή, η επέμβαση του οποίου μπορεί να φανεί απαραίτητη αρκετές στιγμές. Για παράδειγμα, εάν κάποιο κουτάβι δεν δείχνει ενδιαφέρον ή διστάζει να απομακρυνθεί από τον εκπαιδευτή, αυτός θα πρέπει να το πάει κοντά στον αρχηγό της αγέλης, κατά τη διάρκεια της στάμπας, και έπειτα να το αφήσει να παρασυρθεί στη διαδικασία της καταδίωξης.

Σε αυτές τις πρώτες εξόδους «βγάζουμε» περισσότερα κουτάβια από ένα κάθε φορά, αρκεί να είναι της ίδιας ηλικίας. Αυτή η στρατηγική καλλιεργεί το αίσθημα της αγέλης τόσο κατά την ιχνηλασία όσο και κατά την καταδίωξη του θηράματος και παράλληλα βοηθά τα πιο διστακτικά κουτάβια να αποκτήσουν θάρρος και να ξεπεράσουν τους φόβους τους απέναντι στο γουρούνι.

Oι νεαροί ιχνηλάτες
Ο αριθμός των κουταβιών, όμως, ανά έξοδο δεν πρέπει να είναι τόσο μεγάλος ώστε «να το ρίχνουν στο παιχνίδι»... Αυτός που γνωρίζει τα κουτάβια είναι ο κατάλληλος για να διαλέξει το «ποια» και το «πόσα».

Σε αυτήν τη φάση της εκπαίδευσης πρέπει κυρίως να ελέγχουμε εάν οι νεαροί ιχνηλάτες βγάζουν ένα πρώτο ενστικτώδες κλαφούνισμα τη στιγμή που εντοπίζουν το αγριογούρουνο και εάν το επαναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, κάτι που συνήθως επιτυγχάνεται, αφού... σιγοντάρουν τον αρχηγό της αγέλης.

Η εκπαίδευση μετά τις πρώτες 5-6 εξόδους θα πρέπει να συνεχιστεί χωρίς τον αρχηγό της αγέλης, ώστε να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τις πραγματικές δυνατότητες του κάθε κουταβιού. Παράλληλα, η τακτική αυτή θα βοηθήσει τα κουτάβια να μάθουν να εργάζονται και κατά μόνας. Εδώ θα πρέπει να θυμόμαστε ότι εκτός από κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα στην αρχή δεν θα είναι ιδιαίτερα θετικά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα.

Το να «ξεκινήσουμε» τα κουτάβια στην καταδίωξη δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Πιο πολύπλοκο είναι να τα εκπαιδεύσουμε στην ιχνηλασία και να τα εξοικειώσουμε με τη στάμπα. Ειδικά για τη φάση της στάμπας θα χρειαστεί να δείξουμε υπομονή, μέχρι να έρθει η ώρα που θα οδηγήσουμε τα νεαρά σκυλιά σε μεγαλύτερα θηράματα, που είναι λιγότερο ευαίσθητα και κάθονται στη στάμπα περισσότερη ώρα.

Τα μεγαλύτερα θηράματα θα τα συναντήσουμε σε χώρους μεγαλύτερους από εκείνους που χρησιμοποιήσαμε στην αρχή. Σε αυτούς τους χώρους, λοιπόν, ο εντοπισμός του θηράματος δεν είναι τόσο εύκολος, πράγμα που θα δώσει πλέον στα κουτάβια μια πιο αληθοφανή εικόνα ως προς τη χρονική διάρκεια κάθε κυνηγετικής φάσης.

Οταν το κουτάβι θα φτάσει την ηλικία των 9-10 μηνών και αφού έχει δουλευτεί αρκετά μέσα στις ελεγχόμενες συνθήκες του εκπαιδευτηρίου, μπορούμε άνετα να το καθοδηγήσουμε στο πραγματικό κυνήγι. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πραγματικό κυνήγι διαφέρει αρκετά από μια έξοδο σε περιφραγμένο χώρο.

Στον κυνηγότοπο η μορφολογία του εδάφους είναι συνήθως πιο δύσκολη και η βλάστηση πιο πυκνή, ενώ λείπουν οι πολυπερπατημένοι, ανοιχτοί και γνώριμοι διάδρομοι του εκπαιδευτηρίου.

Γι’ αυτό θα πρέπει οι περιφραγμένοι χώροι όπου πρωτοβγαίνουν τα σκυλιά μας να μην είναι ιδιαίτερα εύκολοι. Αυτό που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι η βλάστηση, που από τη μία δεν θα πρέπει να φοβίζει έναν άμαθο, νεαρό ιχνηλάτη, αλλά από την άλλη δεν θα πρέπει να του επιτρέπει να εντοπίζει και να ακολουθεί το θήραμα μόνο με την όραση.

Ετσι τα κουτάβια αναγκάζονται να χρησιμοποιούν τη μύτη τους τόσο για να εντοπίσουν τον αγριόχοιρο όσο και για να τον καταδιώξουν. Παράλληλα η πυκνή βλάστηση δεν επιτρέπει στα κουτάβια να φτάσουν γρήγορα στο θήραμα, με αποτέλεσμα να μαθαίνουν να κλιμακώνουν σωστά το κλαφούνιμά τους, στοιχείο σημαντικό για το κυνήγι του αγριόχοιρου.

Ο περιφραγμένος χώρος είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, κυρίως για την κατάλληλη προετοιμασία του νεαρού ιχνηλάτη, πριν «βγει» στο πραγματικό κυνήγι. Μπορεί, όμως, να τον χρειαστούμε και κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης κυνηγετικής ζωής του σκύλου, ιδιαίτερα κατά την «κλειστή» περίοδο.

Το εκπαιδευτήριο μας βοηθά να κρατάμε ζωντανό το κυνηγητικό πάθος του κυνηγόσκυλου και παράλληλα το διατηρεί σε φόρμα. Ακόμα ο χώρος αυτός μπορεί να μας χρησιμεύσει για να βελτιώσουμε την απόδοση ενός ιχνηλάτη ή να διορθώσουμε λάθη που θα προκύψουν στην πορεία.

 Αντζελα Γαλάτη
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Χάρης Γκίκας

 

 

ΚΥΝΗΓΙ ethnos.gr

Άλλα άρθρα

comments powered by Disqus

[X] Κλείσιμο Παράθυρου

Για να βλέπετε πρώτοι τα νέα άρθρα κάνετε click στο Like button