Στουs βάλτουs με τιs «λούφεs»



Στον Σχινιά του Μαραθώνα είχε μόλις «ακουμπήσει» το κοπάδι με τις μπάλιζες της φωτογραφίας...

Δεκέμβρης μήνας ήταν, και τα πουλιά κινούνταν σαν να ήξεραν ότι βρίσκονταν σε «απαγορευμένο», ασφαλή απέναντι σε οποιοδήποτε τουφέκι και κάθε «επιβουλή». Ετσι κι αλλιώς, οι φαλαρίδες και οι νερόκοτες , αποτελούσαν ανέκαθεν θηράματα «υποτιμημένα» στη συνείδηση των κυνηγών... Η διεθνής κυνηγετική βιβλιογραφία τους αφιερώνει ελάχιστες αράδες, καθώς το κυνήγι τους δεν θεωρείται «σπορτίβικο» και η γεύση τους εκτιμάται... ως μέτρια. Κι όμως, τίποτα από τα δύο δεν είναι αλήθεια! Εχοντας θητεύσει επί διετία -στα νιάτα μου- ως αγροτικός ιατρός στα λημέρια της Πρέβεζας, μπορώ να διαβεβαιώσω για το απολύτως αντίθετο...

Στουs βάλτουs με τιs «λούφεs»

Και τα δύο αυτά υδρόβια πουλιά -που είναι και τα πολυπληθέστερα στους βάλτους και στα παρυδάτια λιβάδια- είναι θηράματα με δύσκολη και ιδιότροπη συμπεριφορά, ενώ η... η μαγειρική τους προσέγγιση μπορεί να είναι υπέροχη, αν κατέχει κανείς την «τέχνη» τους.

«Αλανιάρες»...
Η μπάλιζα με το άσπρο ράμφος είναι πιο καχύποπτη, κινείται κυρίως σε μεγάλες υδάτινες επιφάνειες και σε ομαδικούς σχηματισμούς... Με έναν δικό τους περίεργο τρόπο, οι μπάλιζες καταφέρνουν πάντα να βρίσκονται μακριά από την πιθανή ακτίνα βολής του όπλου. Η νερόκοτα με το κόκκινο ράμφος είναι... πιο «αλανιάρα» και πιο μοναχική, προτιμώντας να κυκλοφορεί ή να λουφάζει στη βλάστηση της όχθης, στα κανάλια και στα καλάμια.

Το παραδοσιακό κυνήγι της μπάλιζας με «κλοιό» - που μάλλον κληρονομήσαμε από τους Βενετσιάνους- ποτέ δεν με συγκίνησε... Ο πατέρας μου ωστόσο, γέμιζε φυσίγγια... για μια εβδομάδα ώσπου να τα καταναλώσει σε ένα μόνο απόγευμα στην Αγουλινίτσα, πριν από την αποξήρανση της λίμνης. Οι μαστόρισσες γιαγιάδες της περιοχής ήξεραν τότε την τέχνη να τις μετατρέπουν σε μεζέδες κλάσης! Αλλά η Αγουλινίτσα αποξηράνθηκε, μαζί έφυγαν και τα πουλιά, όπως και οι γιαγιάδες με τις μαγικές συνταγές τους. Το «κλείσιμο» της λίμνης με γαΐτες με αφήνει αδιάφορο, όμως το μοναχικό κυνήγι αυτών των πουλιών με σκύλο φέρμας, είναι πολύ ενδιαφέρον...

Στουs βάλτουs με τιs «λούφεs»

Πρόκειται για μια έρευνα κουραστική, αλλά συναρπαστική και με πολλά «επεισόδια» στο περιβάλλον του βαλτότοπου.

Βασικά, δεν πρόκειται για ένα κυνήγι φέρμας με τους όρους της πέρδικας ή της μπεκάτσας... Οι νερόκοτες και οι φαλαρίδες ποδαρώνουν, κολυμπάνε και βουτάνε διαρκώς, μέσα σε μια πολύ πυκνή υδροχαρή βλάστηση. Θα προτιμήσουν το πέταγμα μόνο σαν μια τελευταία εκδοχή διαφυγής, όταν πια έχει τελειώσει το πυκνό στο οποίο ελίσσονται και κρύβονται ή όταν ο σκύλος βρίσκεται δυο σπιθαμές από το σώμα τους!

Στουs βάλτουs με τιs «λούφεs»

Και το πέταγμά τους δεν έχει σχέση με το ξαφνικό, θορυβώδες και κατακόρυφο «ξεσήκωμα» του πρασινοκέφαλου ή της σαρσέλας... Μπορεί να είναι ένα πέταγμα είτε χαμηλό και με τρέξιμο στα πρώτα μέτρα, είτε μια μουλωχτή πτήση από το ένα πυκνό στο άλλο χωρίς ιδιαίτερη ταχύτητα.

Στην Ευρώπη, το κυνήγι του βάλτου ήταν πάντα μια λαϊκή ενασχόληση και τα θηράματά του μια βασική πηγή διατροφής. Και οι σκύλοι που θα αναζητήσουν αυτά τα πουλιά στον βάλτο πρέπει να έχουν μια σειρά βασικών προτερημάτων, που τώρα πια δεν είναι και πολύ συχνά... ούτε στα σκυλιά των ηπειρωτικών φυλών!

Τα προσόντα...
Τις παλαιότερες εποχές είχαν δημιουργηθεί μια σειρά φυλές, στηριγμένες λίγο - πολύ στο αρχαίο «Πουντλ» ή... το «Κανίς». Ολες οι μαλλιαρές φυλές Γκριφόν είχαν συγγένεια με το αρχαίο Πουντλ, από το αθλητικό Κόρτθαλ μέχρι και το μοντέρνο Ντράτχααρ...

Οι σκύλοι αυτοί είχαν μια σειρά προσόντων που στόχευαν αποκλειστικά στο κυνήγι του βάλτου, με κύριο χαρακτηριστικό την υψηλή νοημοσύνη, την ανθρωποκεντρικότητα και το πάθος τους για το νερό, σε οποιαδήποτε θερμοκρασία κι αν βρίσκεται αυτό... Είναι σκύλοι που μπορούν να δουλεύουν στο πυκνό της υδροχαρούς βλάστησης και διατηρούν το πάθος τους για αυτά τα πουλιά με την ιδιόρρυθμη μυρωδιά, σε αντίθεση με πιο «εξευγενισμένα» κυνηγόσκυλα που συχνά αρνούνται να μυρίσουν ή να τα βάλουν στο στόμα τους μια μπάλιζα.

Η έμφυτη τάση για απόρτ είναι απαιτούμενη σε αυτούς τους σκύλους, όπως και... η απεριόριστη αντοχή τους σε μικροτραυματισμούς, γδαρσίματα και πληγές από τα παγωμένα καλάμια. Ο σκύλος που εκτίθεται σε αυτές τις πληγές, χάνει το ηθικό του και καταρρέει αν είναι απροετοίμαστος.

Το πιο προικισμένο «βαλτόσκυλο» που έχω δει ποτέ, ήταν ένα Επανιέλ Μπρετόν που μπορούσε να κάνει τα πάντα, αρκεί να ήταν κοντά ή μέσα σε νερό! Ανακάλυπτε τις μπάλιζες και τις... κυνηγούσε οπουδήποτε. Κάποιες, μάλιστα, κατάφερνε και τις έπιανε ζωντανές, χωρίς να έχει προηγηθεί τουφεκιά.

Αν και τις περισσότερες φορές οι φαλαρίδες κινούνται σε κοπάδια στην επιφάνεια του νερού, όταν ο βάλτος είναι ήσυχος, κάποιες ξεμακραίνουν και ψάχνουν για τροφή σε μικρές λούτσες, στα κανάλια, στα αρμυρίκια και στα πυκνά στην άκρη του βάλτου...

Αυτές ακριβώς είναι που θα βρει και θα ξετρυπώσει ένα τέτοιο σκυλί, μαζί βέβαια με τις μικρότερες νερόκοτες που προτιμούν αυτά τα μέρη. Ομως, χρειάζεται μεγάλη επιμονή στο ψάξιμο, και κυρίως να μη χασομερά σε παλιούς «ντορούς». Και οι νερόκοτες και οι μπάλιζες συμπεριφέρονται λίγο - πολύ με τον ίδιο τρόπο απέναντι στον σκύλο, προσπαθώντας να διαφύγουν κολυμπώντας... και βουτώντας! Τα πόδια τους έχουν μια ειδική διαμόρφωση δακτύλων, που τους επιτρέπει με ευκολία το βάδισμα πάνω στα βούρλα, στα νούφαρα και στα άλλα υδροχαρή φυτά.

Οταν ο σκύλος εντοπίσει το πουλί, πρέπει να το πάρει από κοντά και να το πιέζει αδίστακτα, μέχρι αυτό να βρεθεί στην ανάγκη να πετάξει. Οι φέρμες μπορούν να διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά δεν είναι αυτές που καθορίζουν την... ποιότητα ενός τέτοιου σκύλου...

Οι «φτερουγάρες»
Η διαρκής επίμονη έρευνα και η πεισματική παρακολούθηση του πουλιού με κάθε θυσία, είναι αυτή που καθορίζει πόσο παραγωγικό και ικανό είναι ένα «βαλτόσκυλο».

Οι νερόκοτες και οι μπάλιζες δεν είναι δύσκολος στόχος, αν τις καταφέρεις να πετάξουν. Ακόμα και με ψιλά σκάγια πέφτουν σχετικά εύκολα. Αν όμως είναι τραυματισμένες, το δύσκολο είναι να τις απορτάρει ο σκύλος, γιατί αγωνίζονται να ξεφύγουν μέχρι το τέλος! Λίγα σκυλιά, ακόμα και από αυτά που τις ψάχνουν και τις κυνηγούν καλά, έχω δει να βάζουν στο στόμα τους πουλιά που έπεσαν ελαφρά τραυματισμένα...

Η έντονη μυρωδιά αυτών των πουλιών απωθούν πολλούς από το να τις μαγειρέψουν. Τα πουλιά αυτά έχουν δύο στρώσεις πούπουλα: η εσωτερική από σφιχτό, απαλό και κοντό πούπουλο, ενώ η εξωτερική από σκληρό καλυπτήριο πτέρωμα. Το σημείο που κρατά όλη σχεδόν τη «μυρωδιά» που εκπέμπουν, είναι το... κομμάτι της πλάτης.

Οι επαγγελματίες μάγειροι δεν χρησιμοποιούν κανένα άλλο τρικ, εκτός από το να πετάξουν αυτό το κόκαλο. Ούτε βράσιμο ούτε ξίδι ούτε κάρβουνο αναμμένο ούτε πολύπλοκες σάλτσες... Κόβουν το πουλί σε μικρά κομμάτια...

Με την πέτσα, πετούν το κομμάτι της ράχης και το κεφάλι και τσιγαρίζουν το θήραμα σε σκέτο λάδι. Επειτα, συμπληρώνουν με λάδι και αφήνουν τη φαλαρίδα να σιγοβράσει με το ζουμί της. Στο τέλος προσθέτουν και λίγο ρίγανη για άρωμα και τη σβήνουν με λεμόνι να αχνίσει.

Το πιάτο είναι από τις νοστιμότερες μεσογειακές σπεσιαλιτέ και... κινητοποιεί μεγάλες ποσότητες κρασιού!

ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;
Οταν καταφέρνει κανείς να τις κάνει να πετάξουν, συχνά τα πρώτα μέτρα γίνονται μέσα σε κρυφούς σκεπασμένους διαδρόμους καλαμιών, όπου ακούμε το πλατσούρισμα χωρίς να ξέρουμε προς τα πού θα πεταχτεί. Ετσι, συνήθως το πουλί «στρίβει» αιφνιδιαστικά από μη αναμενόμενη κατεύθυνση.

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΛΛΗΣ

Άλλα άρθρα

comments powered by Disqus

[X] Κλείσιμο Παράθυρου

Για να βλέπετε πρώτοι τα νέα άρθρα κάνετε click στο Like button