Το ραβδωτό στην υπηρεσία του κυνηγιού



ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ‘50

Το ραβδωτό στην υπηρεσία του κυνηγιού

Μερικές φορές η αλήθεια είναι ξεχασμένη, είτε από τη λησμονιά που ακολουθεί τη μετανάστευση στις πόλεις είτε από τον φόβο είτε, τέλος, από την άγνοια.

Μια Ελλάδα ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμων, μια Ελλάδα χαμένη σε μοιράσματα κι επιρροές προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Από το 1939 ακόμη, οι παραμεθόριοι πληθυσμοί της Μακεδονίας είχαν μετακινηθεί στα χωριά του κάμπου. Το σχέδιο ήταν απλό και σκληρό μαζί.

Θυμάμαι, στις ομάδες γουρουνοκυνηγών της δεκαετίας του 1960, το «πολεμικό», έτσι το λέγανε τότε, ήταν στα χέρια των περισσοτέρων, το κυρίως όπλο στο κυνήγι, ειδικά του αγριόχοιρου
Θυμάμαι, στις ομάδες γουρουνοκυνηγών της δεκαετίας του 1960, το «πολεμικό», έτσι το λέγανε τότε, ήταν στα χέρια των περισσοτέρων, το κυρίως όπλο στο κυνήγι, ειδικά του αγριόχοιρου

Η πρώτη γραμμή άμυνας, η περίφημη ΙΒα, άφηνε μια κρίσιμη ζώνη χωριών του ορεινού όγκου στα χέρια των εισβολέων. Και η δεύτερη γραμμή άμυνας, η ΙΒβ, άφηνε τη μισή Βόρεια Ελλάδα στα χέρια των εισβολέων.

Τα αρχικά ΙΒ ήταν απλά τα συνθηματικά αρχικά που εννοούσαν Ιταλία και Βουλγαρία. E, λοιπόν, ποτέ δεν πατήθηκε η ΙΒβ, απλώς γιατί οι άνθρωποι της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης, μαζί με τους τότε όμορφα τρελούς λοιπούς Ελληνες, είπαν «ΟΧΙ».

Τρελός κυνηγός
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή, δεν είμαι ιστορικός, αλλά ένας τρελός κυνηγός που, λόγω καταγωγής, έζησε τα επόμενα χρόνια σε δύο από τα κρισιμότερα σημεία των πολέμων που προηγήθηκαν.

Το ραβδωτό στην υπηρεσία του κυνηγιού

Διάβασα όλα τα βιβλία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, καθώς και όλες τις διαθέσιμες εκδόσεις για τον εμφύλιο, και από τα δύο μέρη. Οχι βέβαια σε βιβλιοθήκες, αλλά τα πήρα και τα ξάπλωνα για χρόνια δίπλα μου στο κρεβάτι, με αποτέλεσμα να μην έχω χώρο να περάσω.

Με καταγωγή από το Σιδηρόνερο Δράμας κι από την Καλή Βρύση Καστοριάς, έζησα πολλούς χειμώνες της δεκαετίας του '50 και του '60 εκεί πάνω στα βουνά.

Στην Καστοριά, ο πόλεμος ξεκίνησε από την άνοιξη του 1939, όταν μετακινήθηκαν όλα τα χωριά της γραμμής προς τα πίσω και, στη Δράμα, από την άνοιξη του 1940, όταν επίσης μετακινήθηκαν τα παραμεθόρια χωριά στον κάμπο. Και τέλειωσε στη Δράμα το 1948 και στην Καστοριά το 1949.

Το ραβδωτό στην υπηρεσία του κυνηγιού

Εισβολή Ιταλών στην Καστοριά, εισβολή Γερμανών στη Δράμα, Γερμανών που παραχώρησαν τον τόπο στους Βούλγαρους και, μετά από το 1947, ο εμφύλιος.

Μεγάλη εξοικείωση
Οι περισσότεροι νεκροί Ελληνες σε πόλεμο του νεοελληνικού κράτους, στον εμφύλιο ήταν, γιατί εκεί μετράμε και τους δύο αντιπάλους.

Αυτό πρακτικά σημαίνει μεγάλη εξοικείωση με τα όπλα στον τοπικό πληθυσμό. Αν υπολογίσουμε και την εμπειρία του Μακεδονικού Αγώνα, όπως και την τρομερή εμπειρία βουνού των ανταρτών Ποντίων (που ήταν για μια οκταετία πριν από την έλευση στην Ελλάδα, αντάρτες στα βουνά του Πόντου), θα καταλάβουμε τι επικρατούσε στη Βόρεια Ελλάδα του 1950.

Σήμερα, πάνε δύο δράμια στο πίσω πόδι, πάνε άλλα δύο στη μούρη, και το γουρούνι χάνεται μετά ένα δύο μήνες, χιλιόμετρα μακριά, από ασιτία ή μόλυνση της πληγής του ποδιού.
Σήμερα, πάνε δύο δράμια στο πίσω πόδι, πάνε άλλα δύο στη μούρη, και το γουρούνι χάνεται μετά ένα δύο μήνες, χιλιόμετρα μακριά, από ασιτία ή μόλυνση της πληγής του ποδιού.

Υπαιθρος παντελώς κατεστραμμένη, χωριά ολόκληρα καμένα, έλλειψη συγκοινωνιών, καχυποψία και μιζέρια μιας πολιτείας άβουλων φερέφωνων ψυχροπολεμικών κέντρων και, κυρίως, πείνα. Για να πάμε από τη Δράμα στο χωριό μου, έπρεπε να έχουμε θεώρηση ? κάτι σαν βίζα, με έγκριση του Α2 του τοπικού συντάγματος πεζικού και της Ασφάλειας. Ομοίως και για τη διαδρομή από την Καστοριά προς το χωριό μου. Αυτό, για κάθε Ελληνα πολίτη βέβαια -εκτός των ελάχιστων κατοίκων των χωριών αναφοράς- μέχρι τα 1974, που καταργήθηκε. Είκοσι πέντε χρόνια απομόνωσης, είκοσι πέντε χρόνια κρατικής βλακείας. Φανταστείτε, 3 χιλιόμετρα έξω από την Καστοριά και 17 χιλιόμετρα έξω από τη Δράμα, με κατεύθυνση τα σύνορα, υπήρχαν μπάρες. Χρειάστηκε να γράψω 462 λέξεις μέχρι εδώ, σαν εισαγωγή, σε ένα άρθρο 1.500 λέξεων, αλλά έπρεπε, για να καταλάβετε καλά το τι συνέβαινε εκεί ψηλά, τότε.

Κάθε είδους όπλο ήταν σε καθημερινή χρήση από τον τοπικό πληθυσμό εκεί πάνω, επίσημα βέβαια απαγορευμένο, αλλά επισήμως... ανεπίσημα επιτρεπτό. Γκράδες από τον Μακεδονικό Αγώνα, αραβίδες των Βαλκανικών πολέμων, μάνλιχερ, μάουζερ μεταγενέστερα, με ένα και μοναδικό βασικό κριτήριο, χρησιμοποιούνταν κατά κόρον στο κυνήγι.

Το ραβδωτό στην υπηρεσία του κυνηγιού

Πηγή πρωτεϊνών
Το κριτήριο της εξεύρεσης πυρομαχικών. Η βασική πηγή πρωτεϊνών, ήταν το κυνήγι. Οι άνθρωποι εκεί πάνω έτρωγαν βοδινό ή άλλο οικόσιτο μεγάλο ζώο, μόνο όταν ήταν σίγουρο ότι θα ψοφήσει, τότε το έσφαζαν, γιατί απλά θα το έχαναν. Ολα τα ζώα έπρεπε να πουληθούν για να ανταλλαγούν με τα απαραίτητα της ζωής τους. Θυμάμαι, ναι έτσι ακριβώς, φάγαμε για πρώτη φορά μοσχάρι, όταν πήγαινα στο νηπιαγωγείο, λόγω του ότι έφαγε ένα μήλο το μοσχάρι, του στραβοκάθισε στον λαιμό και το έσφαξε ο θείος μου για να το προλάβει, μην ψοφήσει...

Τη δεκαετία του '60, σχεδόν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, πρόλαβα, μεγάλο παιδί πια, τη χρήση του Lee-Enfield, στα κυνήγια των μεγάλων τριχωτών. Ηταν φυσικά σε κάθε σπίτι στο χωριό, σε πολύ ικανοποιητική κατάσταση, και με χρήση συχνή σε βολές και... σκοπιές, από τα ΜΑΥ (Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου) και τα ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας). Μην παραξενεύεστε, μάλιστα, και σκοπιές ή για την ακρίβεια ενέδρες, από πολίτες που φύλαγαν τα σύνορα, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Αποτέλεσμα φυσικά όλων αυτών, με τη δυνατότητα πρόσβασης σε πυρομαχικά και με τη σιωπηρή θέση της επίσημης πολιτείας (εννοείται ότι αν υπήρχε καταγγελία ή άλλη σκοπιμότητα επιλαμβάνονταν αρμοδίως), ήταν η χρήση των εν λόγω τυφεκίων και στο κυνήγι μεγάλων τριχωτών.

Θυμάμαι, στις ομάδες γουρουνοκυνηγών της δεκαετίας του 1960, το «πολεμικό», έτσι το λέγανε τότε, ήταν στα χέρια των περισσοτέρων, όταν βγαίνανε για δύσκολα κυνήγια.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, για πολλά χρόνια, το όπλο αυτό ήταν το κυρίως όπλο στο κυνήγι, ειδικά του αγριόχοιρου. Ζούνε ακόμη, και απ' ό,τι πιστεύω θα ζούνε για πολύ ακόμη, κάτι λεβεντόγεροι Ακρίτες, που έπιαναν και έκαναν φύλλο - φτερό σε 2-3 λεπτά το Ενφιλντ.

Τα βουνά ήταν τότε πιο ανοικτά, υπήρχαν παντού χωράφια καπνών (ουσιαστικά χωράφια που φύτρωναν πέτρες και με προσπάθεια ατέρμονη, καπνά). Τα μεγάλα θηράματα, σαφώς λιγότερα από σήμερα, και η τιμή ενός μέτριου κυνηγετικού όπλου, τόσο ψηλά, που ήταν απρόσιτη για τον πάμφτωχο χωρικό. Υπήρχαν μόνο κάτι ταλαίπωρα μονόκαννα και, ενίοτε, μερικά επικίνδυνα δίκαννα. Το όπλο μας, ήταν μάννα εξ ουρανού για όλους.

Προερχόμενο από αποθέματα του εκστρατευτικού βρετανικού σώματος της άνοιξης του 1941 και από μεταγενέστερες επίσημες προμήθειες του ελληνικού κράτους, ήταν και σχετικά νέο τότε, αλλά κυρίως ήταν κρεμασμένο στο τζάκι που λένε στα χωριά. Με άριστη εκπαίδευση στη χρήση, εδώ θα σημειώσω ότι ήταν παράλληλα σε χρήση κι από τον τακτικό στρατό και από την εθνοφυλακή για πολλά χρόνια (το 1975, παρέλαβαν στην εθνοφυλακή τα Μ1), τι πιο εύκολο ο νέος των είκοσι, των τριάντα χρόνων, μετά τη θητεία του, να συνεχίσει να το κρατά και να το χρησιμοποιεί άνετα. Υπήρχε, θυμάμαι, μεγάλη προκατάληψη, αρνητική θέση, απέναντι στο Μ1, γιατί όλοι ήταν εξοικειωμένοι με τα άριστα σκοπευτικά του Ενφιλντ και, κυρίως, με την ακρίβειά του στη βολή.

Ποτέ ατύχημα
Βέβαια, εδώ θα πρέπει να αναφέρω ότι άκουγα ιστορίες για βολές 300-400 μέτρων, αλλά όταν του έδειχνες στον τόπο της βολής να σου πει τι και πώς, έβλεπες την απόσταση να μην ξεπερνά τα 100-150 μέτρα. Υπάρχουν ορισμένα σημεία που όχι μόνο θυμάμαι επακριβώς (όταν παρέδωσαν τα Ενφιλντ, ήμουν πια 19 χρόνων), αλλά και διασταύρωσα με μεγάλους κυνηγούς, σε ηλικία και αξία, που ακόμη είναι στα βουνά και στη δράση.

Ενα βασικό σημείο είναι ότι ποτέ δεν έγινε ατύχημα με τέτοιο όπλο. Σήμερα, κάθε χρόνο μετράμε 5-6 νεκρούς... Ο βασικός λόγος των ατυχημάτων πιστεύω ότι είναι η σημερινή παγκόσμια σχεδόν πρωτοτυπία τού κυνηγιού με δράμια (οκτάβολα, εννιάβολα, δεκάβολα και λοιπά της ματαιοδοξίας μας... παράβολα).

Αλλο σημαντικό είναι ότι σπάνια ακουγόταν η λέξη, το ρήμα «τραυματίστηκε». Το γουρούνι ή έπεφτε ακαριαία ή έφευγε μεγαλοπρεπώς. Σήμερα, όταν βγαίνει ένα κοπάδι γουρουνιών, άντε να σημαδέψεις με ακρίβεια, άντε να μη ρίξεις στο μεγάλο θηλυκό, άντε να μη ρίξεις στα μικρά. Και, το πιο σημαντικό, όταν σήκωνε το όπλο ο κυνηγός, ήξερε ότι θα ρίξει στην καρδιά, στο κεφάλι.

Σήμερα, πάνε δύο δράμια στο πίσω πόδι, πάνε άλλα δύο στη μούρη, και το γουρούνι χάνεται μετά ένα δύο μήνες, χιλιόμετρα μακριά, από ασιτία ή μόλυνση της πληγής του ποδιού. Αλλο σημαντικό σημείο ήταν ότι οι άνθρωποι αυτοί όταν έπιαναν το όπλο στα χέρια τους είχαν ρίξει τουλάχιστον 200-300 σφαίρες με αυτό, στον στρατό και στις βολές τον ΤΕΑ, είχαν δηλαδή την απαραίτητη σχέση με τα χούγια του, αυτό που λένε οι Αγγλοι, το όπλο τούς ήταν familiar... Σήμερα, παίρνουμε τον μπεκατσά, του δίνουμε δύο κουτιά μάγκνουμ δεκάβολα, τον βάζουμε για πρώτη φορά στο καρτέρι -και μάλιστα στο δύσκολο- γιατί λέει τουφεκάει αυτός στο φτερό, και παρακαλάμε να του βγει το κοπάδι? Κι όταν δώσει ο Θεός και βγαίνει το κοπάδι, ψάχνουμε ματωμένα φύλλα, σκυλιά που τρέχουν ακόμη από πίσω και γουρούνια στα... περίχωρα των Τιράνων και της Σόφιας.

Μαζευόμαστε σε αποστάσεις 100-150 μέτρων αναμεταξύ μας, φορτωνόμαστε δεκάβολα μάγκνουμ, δηλαδή πολύ απλά, τρεις σφαίρες επί δεκαπέντε σφαιρίδια δεκάβολα η καθεμία, ίσον... σαράντα πέντε και, όταν έρχεται το κοπάδι ή, ακόμη χειρότερα, στη στάμπα, ο χάρος βγήκε παγανιά... Και το πιο ωραίο, όλη την προηγούμενη νύχτα χαζεύουμε στα DVD τους χαζο-Ευρωπαίους που κυνηγάνε με ραβδωτά, άκουσον, άκουσον...

ΥΓ: Και επειδή κοιμήθηκα εκατοντάδες νύχτες δίπλα στο μαγικό αυτό όπλο, όταν μπόρεσα, αγόρασα μια ακίνδυνη ρεπλίκα του. Ετσι, να με κρατά τις νύχτες, να με στολίζει τα όνειρα. Μαζί με την πραγματική χλαίνη που κράτησα από τον θείο μου, κι ένα κράνος αγγλικό, θυμάμαι πιο ζωντανά τη μαγική του τουφεκιά. Που κάθε μπαμ σήμαινε: «φατέσθε παιδία»... προστακτική 3.000 χρόνων, παραίνεση-διαταγή της Πόντιας γιαγιάς μου, να φάμε...

Το αγκάλιασε...
Αφιερώνω αυτό το φτωχικό πόνημα στη μνήμη ενός... καλόγερου, του Παρθένιου Φέγγαρου, από τους Λειψούς, που πέρασα μαζί του κοντά δύο χρόνια, στον Αϊ- Γιάννη, στο μοναστήρι της Κολώνας. Εκεί στο ψαροχώρι, στο Ηραίο, στην όμορφη Σάμο. Ηταν καλοκαίρι του 1979, όταν υπηρετούσα τη θητεία μου. Αρνήθηκε να παραδώσει το Ενφιλντ και να πάρει Μ1. Τ και είπε όχι. Ηταν τότε κοντά στα ογδόντα, ίσως και μεγαλύτερος. Και ερχόταν τακτικά στο πεδίο βολής να ρίξει με το Ενφιλντ. Πέθανε, έμαθα, ύστερα από 5-6 χρόνια. Αυτό το όπλο, τα αγαπάω, ρε... Ετσι μου έλεγε.

ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;

Είμαστε η μοναδική σχεδόν χώρα που δεν επιτρέπει το ραβδωτό (απ' ό,τι ξέρω μαζί μας έχουμε μόνο τη... Β. Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο) και, το κυριότερο, έχει σχεδόν χαθεί μια γενιά ικανών και εμπείρων χειριστών ραβδωτού, κάτι που φυσικά δεν κάνει κανέναν αρμόδιο ιδρωμένο κι απογοητευμένο. Σε μια χώρα που, ειδικά σε ορισμένες γεωγραφικές της περιοχές, προμηθεύεσαι εύκολα τα περίφημα καλάσνικοφ, απαγορεύεται τον 21ο αιώνα η κατοχή και χρήση ραβδωτού. Και κάθε χρόνο ψάχνονται -όσοι ψάχνονται- γιατί γίνονται ατυχήματα... Φυσικά, δεν πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει τίποτα. Φοβίες και προκαταλήψεις δεκαετιών βασανίζουν την καθημερινότητά μας. Αν κάποιοι πιστεύουν ότι είμαστε Βόρεια Ιρλανδία ή Λουξεμβούργο, εμείς φταίμε που δεν τους πείσαμε μέχρι τώρα.

ΑΘΗΝΑ & ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΘΗΝΑ ΔΗΜΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Άλλα άρθρα

comments powered by Disqus

[X] Κλείσιμο Παράθυρου

Για να βλέπετε πρώτοι τα νέα άρθρα κάνετε click στο Like button